Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2012

Ο Κροπότκιν για το Χριστιανισμό





Ο Χριστιανισμός εξαπλώθηκε από την Ιουδαία στις ελληνικές αποικίες της Μικράς Ασίας και από εκεί εισέβαλε στην Ελλάδα και μετέπειτα στην Σικελία και την Ιταλία.

Το έδαφος ήταν καλά προετοιμασμένο για τη νέα θρησκεία των φτωχών, που εξεγείρονταν ενάντια στη διαφθορά των πλουσίων. Εξάλλου, οι μαζικές μεταναστεύσεις πληθυσμών από την Ασία στην Ευρώπη, που χονδρικά ξεκίνησαν την ίδια χρονική περίοδο και διήρκησαν για δώδεκα αιώνες, επέφεραν τέτοιο τρόμο στους ανθρώπους που η ανάγκη για μια νέα θρησκεία κατέστη έντονη.

Απέναντι σε αυτές τις φοβίες ακόμα και οι πιο νηφάλιοι στοχαστές έχαναν την πίστη τους σε ένα καλλίτερο μέλλον για την ανθρωπότητα, τη στιγμή που οι μάζες θεωρούσαν τις μεταναστευτικές αυτές εισβολές έργο μιας σατανικής δύναμης. Η ιδέα της «συντέλειας του κόσμου» σχηματίστηκε ασυναίσθητα στο μυαλό των ανθρώπων και έτσι, αρκετά πρόθυμα, αναζήτησαν την λύτρωση δια μέσου της θρησκείας.

Το κύριο στοιχείο στο οποίο διέφεραν ο Χριστιανισμός και ο Βουδισμός από τις θρησκείες που προηγήθηκαν χρονικά ήταν πως στη θέση των στυγνών, εκδικητικών θεών, στων οποίων την θέληση έπρεπε οι άνθρωποι να υποταχτούν, τοποθέτησαν και ανέδειξαν – σαν παράδειγμα προς μίμηση και όχι σαν πηγή φόβου – έναν ιδανικό θεάνθρωπο. Στην περίπτωση του Χριστιανισμού η αγάπη του θεϊκού διδασκάλου για τους ανθρώπους, - για όλους τους ανθρώπους χωρίς εθνικές ή κοινωνικές διακρίσεις, και κυρίως για τους καταφρονεμένους, - οδήγησε στην υπέρτατη ηρωική θυσία – στο σταυρικό θάνατο για την λύτρωση της ανθρωπότητας από τις δυνάμεις του κακού.

Αντί για τον φόβο απέναντι σε έναν εκδικητικό Γιαχβέ, ή σε θεούς που προσωποποιούσαν τις σατανικές δυνάμεις της φύσης, ο Χριστιανισμός ευαγγελιζόταν την αγάπη για τους απανταχού καταπιεσμένους. Ο διδάσκαλος στο Χριστιανισμό δεν ήταν μια εκδικητική θεότητα ούτε κάποιος ιερέας ή από την κάστα των ιερέων, δεν ήταν καν ένας διανοούμενος ανάμεσα στους σοφούς αλλά ένας απλός άνθρωπος από τον λαό. Ενώ ο ιδρυτής του Βουδισμού, ο Γκαουτάμα, ήταν γιός βασιλιά που οικειοθελώς έγινε πάμφτωχος, ο ιδρυτής του Χριστιανισμού ήταν ένας μαραγκός που άφησε το σπίτι και την οικογένειά του και έζησε όπως ζουν τα «πτηνά του ουρανού», εν αναμονή της βραχυπρόθεσμης «Ημέρας της Κρίσης». Οι δύο αυτοί διδάσκαλοι δεν πέρασαν τις ημέρες της ζωής τους στους ναούς και τους ακαδημαϊκούς χώρους της εποχής τους αλλά ανάμεσα στους φτωχούς, από όπου και τελικά προήλθαν οι απόστολοι του Χριστού. Και αν έπειτα από καιρό ο Χριστιανισμός, όπως και ο Βουδισμός, εξελίχθηκαν σε «Εκκλησία», δηλαδή στην κυβέρνηση των «εκλεκτών», με τις αναπόφευκτες αγριότητες που χαρακτηρίζουν όλες τις κυβερνήσεις – μια τέτοια εξέλιξη συνέστησε εξόφθαλμη απόκλιση από τη βούληση των δύο διδασκάλων, παρ’ όλες τις προσπάθειες για εκ των υστέρων δικαίωση αυτής της απόκλισης με αναφορά στα βιβλία που γράφτηκαν πολλά χρόνια μετά το θάνατό τους



 Ένα άλλο θεμελιώδες χαρακτηριστικό του Χριστιανισμού, που αποτέλεσε την κύρια πηγή της ισχύος του, ήταν το γεγονός ότι πρότεινε ως βασική αρχή της ανθρώπινης ζωής όχι την προσωπική ευτυχία αλλά την ευτυχία της κοινότητας, - και συνεπώς ένα ιδανικό, ένα κοινωνικό ιδανικό, για το οποίο ο άνθρωπος θα ήταν έτοιμος να δώσει και τη ζωή του (βλέπε, για παράδειγμα, τα κεφάλαια 10 και 13 από το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο). Το ιδανικό του Χριστιανισμού δεν ήταν ο αναχωρητισμός του Έλληνα σοφού, ούτε τα στρατιωτικά ή πολιτικά ανδραγαθήματα των ηρώων της αρχαίας Ελλάδας και Ρώμης, αλλά ένας κήρυκας που εναντιώθηκε στην εκμετάλλευση των καιρών του και που ήταν έτοιμος να αντιμετωπίσει το θάνατο για το ευαγγέλιο της πίστης του, ευαγγέλιο που συνοψιζόταν σε δικαιοσύνη για όλους, αναγνώριση μιας καθολικής ισότητας, αγάπη προς όλους – οικείους και ξένους – και, τελικά, στη συγχώρεση των βλαπτικών ενεργειών, κόντρα στον γενικό νόμο των καιρών που ευαγγελιζόταν την υποχρεωτική αντεκδίκηση.

Δυστυχώς, τα θεμελιώδη αυτά χριστιανικά χαρακτηριστικά, - ειδικά η ισότητα και η μακροθυμία – πολύ σύντομα άρχισαν να υποβαθμίζονται και να αλλοιώνονται στο κήρυγμα της νέας θρησκείας, ώσπου τελικά λησμονήθηκαν εντελώς. Ο Χριστιανισμός, όπως και όλες οι άλλες ηθικές διδασκαλίες, πολύ σύντομα, και για την ακρίβεια την εποχή των αποστόλων, μολύνθηκε από στοιχεία οπορτουνισμού, δηλαδή τη διδασκαλία του «μακάριου πτωχού τω πνεύματι». Η διαδικασία αυτή ενισχύθηκε, όπως και σε όλες τις άλλες θρησκείες, από τη σύσταση μιας ομάδας ανθρώπων που θεωρούσε ότι αυτοί, των οποίων το καθήκον ήταν να εκτελούν τις ακολουθίες και τα μυστήρια, ήταν εκείνοι που διατηρούσαν ακέραια τη διδασκαλία του Χριστού και που έπρεπε να πολεμούν τις συνεχώς αναδυόμενες διαστρεβλώσεις αυτής της διδασκαλίας.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτός ο συμβιβασμός από τη μεριά των αποστόλων βρίσκει, σε ένα βαθμό, την εξήγησή του στους σκληρούς διωγμούς στους οποίους υποβλήθηκαν οι πρώτοι χριστιανοί στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, μέχρι να γίνει ο Χριστιανισμός η επίσημη κρατική θρησκεία. Επιπλέον, είναι πολύ πιθανό ότι αυτές οι παραχωρήσεις γίνονταν μόνο προς χάριν της εξωτερικής εικόνας, τη στιγμή που οι εσώτεροι πυρήνες των χριστιανικών κοινοτήτων εμφανίζονταν συνεπείς προς την αυθεντική διδασκαλία. Και πράγματι, έχει πια καθιερωθεί η άποψη, μετά από μια μακρά σειρά προσεκτικών ερευνών, πως τα τέσσερα ευαγγέλια που αναγνωρίστηκαν από την Εκκλησία ως οι πιο αξιόπιστες καταγραφές της ζωής και της διδασκαλίας του Χριστού, μαζί με τις «Πράξεις» και τις «Επιστολές» των Αποστόλων στις εκδοχές που έχουμε σήμερα, ήταν όλα γραμμένα όχι νωρίτερα από το διάστημα 60 - 90 μ.Χ., και πιθανόν αρκετά αργότερα, ανάμεσα στο 90 - 120 μ.Χ. Αλλά ήδη τότε τα Ευαγγέλια και οι Επιστολές ήταν αντίγραφα αρχαιότερων αρχείων, των οποίων οι αντιγραφείς συχνά εμπλούτιζαν με θρύλους που έφταναν στ’ αυτιά τους. Αλλά ήταν ακριβώς εκείνα τα χρόνια που έλαβε χώρα ο πιο αδίστακτος διωγμός των χριστιανών από το ρωμαϊκό κράτος. Οι εκτελέσεις στη Γαλιλαία άρχισαν με την εξέγερση του Ιούδα του Γαλιλαίου ενάντια στη ρωμαϊκή εξουσία, το 9 μ.Χ., και μετέπειτα άρχισαν ακόμα πιο σκληροί διωγμοί ενάντια στους Εβραίους, ύστερα από τον ξεσηκωμό τους που διήρκησε από το 66 έως το 71 μ.χ., με τις εκτελέσεις να υπολογίζονται σε εκατοντάδες.



Λαμβάνοντας υπόψη αυτούς τους διωγμούς, οι χριστιανοί κήρυκες που, όσον αφορά στον εαυτό τους, ήταν έτοιμοι να μαρτυρήσουν τόσο πάνω στο σταυρό όσο και μέσα στη φωτιά, ήταν φυσικό να προβούν σε κάποιους μικρούς συμβιβασμούς στις επιστολές τους προς τους πιστούς, ίσως για να μην εκθέσουν στον κίνδυνο του διωγμού τις, σχετικά νεοσύστατες ακόμα, χριστιανικές κοινότητες. Έτσι, για παράδειγμα, τα λόγια, τα τόσο πολυχρησιμοποιημένα από τις εξουσιάζουσες τάξεις: «Αποδώστε στον Καίσαρα αυτά που ανήκουν στον Καίσαρα και στον Θεό αυτά που ανήκουν στο Θεό» (Μρκ. 12, 17), ίσως να συμπεριλήφθηκαν στα ευαγγέλια ως ένας ασήμαντος συμβιβασμός που δεν επηρέαζε την ουσία της διδασκαλίας, πόσο μάλλον όταν οι χριστιανοί ευαγγελίζονταν την απόρριψη των επίγειων αγαθών.

Επιπλέον, όντας προερχόμενος από την Ανατολή, ο χριστιανισμός ήταν επηρεασμένος από ανατολικές δοξασίες προς μια πολύ σημαντική κατεύθυνση. Οι θρησκείες της Αιγύπτου, της Περσίας και της Ινδίας δεν αρκούνταν σε έναν απλό εξανθρωπισμό των φυσικών δυνάμεων, όπως τον είχαν συλλάβει οι Έλληνες και Ρωμαίοι ειδωλολάτρες. Έβλεπαν στο σύμπαν την πάλη δύο ισοδύναμων ουσιών - του Καλού και του Κακού, του Φωτός και του Σκότους - και μετέφεραν την πάλη αυτή μέσα στην καρδιά του ανθρώπου. Και αυτή η σύλληψη δύο ανταγωνιστικών δυνάμεων που παλεύουν για την κυριαρχία του κόσμου σταδιακά εισχώρησε στο χριστιανισμό και αποτέλεσε τη θεμελιώδη του αρχή. Και έτσι, για πολλούς αιώνες, η χριστιανική εκκλησία, για να εκμηδενίσει με ανομολόγητη σκληρότητα όλους αυτούς που τολμούσαν να κριτικάρουν τους υποτακτικούς της, αξιοποίησε στο έπακρον την ιδέα του παντοδύναμου διαβόλου που καταλαμβάνει την ανθρώπινη ψυχή.



Έτσι η Εκκλησία απέρριψε άμεσα την ευγένεια και τη συγχωρητικότητα που διέδωσε ο ιδρυτής του Χριστιανισμού και που αποτελούσαν την ειδοποιό διαφορά από όλες τις άλλες θρησκείες, εξαιρουμένου του Βουδισμού. Και σαν να μην έφτανε αυτό: οι διωγμοί (από την Εκκλησία) κατά των ανταγωνιστών της δεν γνώριζαν ανώτατο όριο σκληρότητας.

Αργότερα, οι ακόλουθοι του Χριστού, ακόμα και οι εγγύτεροι σε αυτόν, απέκλιναν ακόμα περισσότερο. Όλο και πιο πολλοί αποξενώνονταν από την αυθεντική διδασκαλία, έφτασαν στο σημείο όπου η χριστιανική εκκλησία συμμάχησε ολοκληρωτικά με τους εξουσιαστές, στο βαθμό που στα μάτια των «πριγκίπων της Εκκλησίας» οι αληθινές διδασκαλίες του Χριστού έφτασαν να θεωρούνται μέχρι και επικίνδυνες, τόσο που η Δυτική Εκκλησία απαγόρευσε τη δημοσίευση της Καινής Διαθήκης σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα πέραν της λατινικής, καθιστώντας την έτσι ολοκληρωτικά ακατανόητη στους ανθρώπους, ενώ στη Ρωσία η δημοσίευση έγινε μόνο στην, ελαφρώς πιο κατανοητή, πάλαιο-σλαβική γλώσσα.
[Αυτή η απαγόρευση παρέμεινε σε ισχύ στη Ρωσία ως το 1859 ή 1860. Θυμάμαι έντονα την εντύπωση που μου προξένησε στην Πετρούπολη η πρώτη εμφάνιση της Καινής Διαθήκης στη ρωσική γλώσσα και θυμάμαι πώς σπεύσαμε όλοι να αγοράσουμε αυτή την ασυνήθιστη έκδοση στο Συνοδικό Τυπογραφείο, το μόνο μέρος από το οποίο μπορούσε κάποιος να την προμηθευτεί]

Αλλά το χειρότερο από όλα ήταν ότι μετατρεπόμενη σε κρατική εκκλησία, ο επίσημος Χριστιανισμός ξέχασε τη θεμελιώδη διαφορά που τον διέκρινε από όλες τις ήδη υπάρχουσες θρησκείες, εκτός του βουδισμού. Ξέχασε τη συγχώρεση των βλαπτικών ενεργειών και εκδικούταν κάθε ζημία, στο πνεύμα του ανατολικού δεσποτισμού. Τελικά, οι εκπρόσωποι της Εκκλησίας σύντομα αποτέλεσαν τους ιδιοκτήτες δουλοπάροικων, όπως η λοιπή αριστοκρατία, και σταδιακά απέκτησαν την κερδοφόρα δικαστική ισχύ που ήδη κατείχαν οι κόμηδες, οι δούκες και οι βασιλιάδες. Και με τη χρήση αυτής της εξουσίας οι πρίγκιπες της Εκκλησίας αποδείχτηκαν το ίδιο εκδικητικοί και άπληστοι με τους κοινούς εξουσιαστές. Έπειτα, στον 15ο και 16ο αιώνα, όταν η συγκεντρωτική ισχύς των βασιλιάδων και των τσάρων άρχισε να επεκτείνεται και στα κράτη που τότε σχηματίζονταν, η Εκκλησία στάθηκε, με την επιρροή και τον πλούτο της, αρωγός της δημιουργίας και επέκτασης αυτής της ισχύος, σφραγίζοντας με το σταυρό της τερατώδεις εξουσιαστές όπως ο Λουδοβίκος ΧΙ, ο Φίλιππος ΙΙ και ο Ιβάν ο Τρομερός. Η Εκκλησία τιμώρησε κάθε έκφραση αντίθεσης στην ισχύ της με αυθεντικά ανατολική σκληρότητα - με βασανιστήρια και φωτιά, τη στιγμή που η Δυτική Εκκλησία έφτασε στο σημείο να συστήσει γι’ αυτό το σκοπό μία ειδική ομάδα - την «Ιερά» Εξέταση.

Έτσι, οι συμβιβασμοί με τις επίγειες εξουσίες που έγιναν από τους πρώτους ακολούθους του Χριστού οδήγησαν τη Χριστιανοσύνη πολύ μακριά από τη διδασκαλία του ιδρυτή της. Η συγχώρεση των προσωπικών βλαβών πετάχτηκε στην άκρη, σαν αχρείαστο βαρίδι, και τοιουτοτρόπως εξαλείφτηκε αυτό που συνιστούσε τη θεμελιώδη διαφορά ανάμεσα στη χριστιανοσύνη και όλες τις προϋπάρχουσες θρησκείες, εκτός του βουδισμού. 



Πρέπει [έτσι] να αναγνωρίσουμε ότι διακηρύσσοντας την αδελφοσύνη και την αλληλοβοήθεια για τον πλησίον μας, ο χριστιανισμός δεν εισήγαγε κάποια νέα ηθική αρχή. Το ηθικά καινούργιο που εισήγαγαν στην ανθρωπότητα τόσο ο χριστιανισμός όσο και ο βουδισμός ήταν η απαίτησή τους από τον άνθρωπο για ολοκληρωτική συγχώρεση του κακού που του προξένησε κάποιος άλλος. Μέχρι τότε η κοινοτική ηθική όλων των ανθρώπων απαιτούσε εκδίκηση, προσωπική ή ακόμα και συλλογική, για κάθε βλάβη: φόνο, τραύμα, προσβολή. Αλλά η διδασκαλία του Χριστού, στην αυθεντική της μορφή, απέρριπτε τόσο την εκδίκηση όσο και τη νομική δίωξη, απαιτώντας από τον παθόντα αποκήρυξη κάθε «αποζημίωσης» και πλήρη συγχώρεση για τη βλάβη που υπέστη, όχι μία και δύο φορές αλλά πάντα, σε κάθε περίσταση. Στη φράση «Μην εκδικείστε τους εχθρούς σας» βρίσκεται το αληθινό μεγαλείο του χριστιανισμού.
[Στο Μωσαϊκό Νόμο, στο προαναφερθέν χωρίο από το Λευιτικό (19,18), ήδη συναντάμε τα λόγια «Να μην είσαι εκδικητικός και μνησίκακος απέναντι στους άλλους». Ωστόσο, αυτή η εντολή στέκει μόνη της χωρίς να διαφαίνεται κάποιο ίχνος της στην παρεπόμενη ιστορία του Ισραήλ. Αντιθέτως, σε ένα άλλο χωρίο, συγκεκριμένα στην Έξοδο 21, 20-21, επιτρέπεται να χτυπήσει κάποιος το δούλο ή τη δούλη του, χωρίς να τιμωρηθεί, με μοναδικό όρο να μην πεθάνει επί τόπου, και τελικά, όπως ισχύει για όλους εκείνους που ζουν σύμφωνα με το δίκαιο της φυλής τους, σε περίπτωση διαμάχης «αν προκληθεί βλάβη τότε θα εφαρμόσετε την αρχή ζωή αντί ζωής, οφθαλμόν αντί οφθαλμού, οδόντα αντί οδόντος, χέρι αντί χεριού, πόδι αντί ποδιού, έγκαυμα αντί εγκαύματος, πληγή αντί πληγής, χτύπημα αντί χτυπήματος» (στχ. 23-25)]

Όμως, η θεμελιώδης προσταγή του Χριστού, για αποκήρυξη πάσης φύσεως εκδίκησης, πολύ σύντομα απορρίφθηκε από τους χριστιανούς. Ακόμα και οι Απόστολοι ευθυγραμμίστηκαν με αυτή με κάποια τροποποίηση: «Να μην ανταποδίδετε το κακό με κακό και τη βρισιά με βρισιά αλλά με ευλογίες», έγραψε ο Απόστολος Πέτρος στην πρώτη του «Καθολική Επιστολή» (3,9).

Αλλά ο Απόστολος Παύλος όχι μόνο αναφέρεται χλιαρά στην προσταγή αυτή αλλά την εκφράζει και με μια εγωιστική μορφή: «Αλλά κι εσύ, άνθρωπέ μου, που κατακρίνεις αυτή τη διαγωγή, δεν είσαι λιγότερο ένοχος. Γιατί, κρίνοντας τον άλλο, καταδικάζεις τον ίδιο τον εαυτό σου, αφού κι εσύ ο κριτής κάνεις τα ίδια» (Προς Ρωμαίους 2,1). Εν γένει, αντί των ξεκάθαρων προσταγών του Χριστού, για απόρριψη της εκδικητικότητας, οι απόστολοι προσφέρουν τη διστακτική συμβουλή για «αναβολή της εκδίκησης», και προωθούν ένα γενικόλογο ευαγγέλιο αγάπης. Έτσι, τελικά, η εκδίκηση μέσω των δικαστηρίων, ακόμα και στις πιο απεχθείς μορφές της, αποτέλεσε ουσιαστικό χαρακτηριστικό αυτού που λογίζεται ως δικαιοσύνη στα χριστιανικά κράτη και τη χριστιανική εκκλησία. Είναι σημαντικό το ότι ο παπάς και ο δήμιος στέκονται μαζί στο ικρίωμα.



Παρόμοια τύχη επιφυλασσόταν για μια ακόμα θεμελιώδη αρχή της διδασκαλίας του Χριστού. Το κήρυγμά του ήταν κήρυγμα ισότητας. Ένας σκλάβος και ένας ελεύθερος Ρωμαίος πολίτης ήταν γι’ αυτόν ισότιμα αδέλφια, παιδιά του Θεού. «Και όποιος από εσάς θέλει να είναι πρώτος, πρέπει να γίνει δούλος όλων», δίδαξε ο Χριστός (Μρκ 10, 44). Αλλά στους Αποστόλους συναντάμε ήδη διαφορετικές ιδέες. Οι δούλοι και οι υποτακτικοί είναι ίσοι απέναντι στους αφέντες τους… «εν Χριστώ».

Στην πραγματικότητα οι Απόστολοι Πέτρος και Παύλος παρουσιάζουν ως θεμελιώδη χριστιανική αρετή την υπακοή, «μετά φόβου και τρόμου», των υποτελών στις καθεστηκυίες εξουσίες, τις χρισμένες από το Θεό, και την υπακοή των δούλων στους αφέντες τους. Το μόνο που πρότειναν οι δύο αυτοί Απόστολοι στους δουλοκτήτορες ήταν μια πιο ευγενική συμπεριφορά προς τους υπηρέτες τους και σε καμιά περίπτωση αποκήρυξη του δικαιώματος κατοχής δούλων, ακόμα και σε περιπτώσεις όπου οι δουλοκτήτορες τύχαινε να είναι «πιστοί και αγαπητοί» και προσχωρούσαν στο χριστιανισμό.
[«Να υπακούετε λοιπόν σε κάθε ανθρώπινη εξουσία, για χάρη του Κυρίου είτε είναι ο αυτοκράτορας, επειδή είναι ο ανώτατος άρχοντας είτε οι τοπικοί διοικητές, επειδή είναι σταλμένοι απ’ αυτόν για να τιμωρούν τους κακοποιούς και να επαινούν αυτούς που κάνουν το καλό», έγραφε ο Απόστολος Πέτρος όταν κτήνη σαν τον Καλιγούλα και τον Νέρωνα βασίλευαν στη Ρώμη. (Α’ Καθολική Επιστολή Πέτρου 2, 13-14). Και ακόμη «Οι δούλοι να υποτάσσεστε με πολύ σεβασμό στους κυρίους σας, κι όχι μόνο στους καλούς κι επιεικείς αλλά και στους δύστροπους», κ.λ.π. (ό.π. 18-25). ‘Οσον αφορά στις συμβουλές που ο Απόστολος Παύλος έδινε στο ποίμνιό του, είναι πραγματικά αηδιαστικό να αναφέρεται κανείς σε αυτές, βρίσκονταν σε ευθεία αντίθεση με τη διδασκαλία του Χριστού. «Κάθε άνθρωπος οφείλει να υποτάσσεται στις ανώτερες εξουσίες, γιατί δεν υπάρχουν εξουσίες παρά από το Θεό»… «γιατί (η εξουσία) είναι στην υπηρεσία του Θεού». (Προς Ρωμαίους 13, 1-5). Δίχως ιερό και όσιο διέταζε τους σκλάβους να υπακούν τους αφέντες τους «όπως το Χριστό». Σε κάθε περίπτωση, αυτή τη δήλωση κάνει στην Προς Εφεσίους Επιστολή (6,5) που αναγνωρίζεται από τις χριστιανικές εκκλησίες ως αυθεντική επιστολή του Αποστόλου Παύλου. Όσο για τους αφέντες, αντί να τους προτρέψει να απαρνηθούν την εργασία των δούλων, απλά τους προτρέπει να «μετριάσουν την αυστηρότητά τους». Επιπλέον, ο Απ. Παύλος εξωθούσε σε ξεχωριστή υπακοή εκείνους τους δούλους που είχαν «πιστούς αφέντες… γιατί είναι πιστοί και αγαπητοί» (Α’ Προς Τιμόθεον 6,2 ; Προς Κολοσσαείς 3,22 ; Προς Τίτον 2,9. 3,1]

Αυτές οι συμβουλές των Αποστόλων θα μπορούσαν φυσικά να εξηγηθούν από την επιθυμία τους να μην υποβάλλουν τους ακολούθους τους στην κτηνώδη σκληρότητα των ρωμαίων αυτοκρατόρων. Όμως, διαμέσου του κηρύγματος για υπακοή στους τερατώδεις Καίσαρες, τους από το Θεό χρισμένους, ο χριστιανισμός τραυματίστηκε τόσο πολύ που μέχρι και σήμερα δεν έχει αναρρώσει. Κατέληξε να γίνει η θρησκεία του Κράτους.

Σαν αποτέλεσμα, η δουλεία και η δουλική υπακοή στους εξουσιαστές, στοιχεία τα οποία εξίσου υποστήριζε η εκκλησία, άντεξαν για έντεκα αιώνες, μέχρι τις πρώτες εξεγέρσεις των χωρικών και των κατοίκων των μικρών πόλεων, τον εντέκατο και δωδέκατο αιώνα.

Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Πάπας Γρηγόριος, τον οποίον η εκκλησία ονόμασε Μέγα, και πολλοί άλλοι οι οποίοι θεωρήθηκαν άγιοι από την εκκλησία, αποδέχονταν τη δουλεία, ενώ ο Αγ. Αυγουστίνος έφτασε να την απενοχοποιήσει, υποστηρίζοντας ότι οι αμαρτωλοί γίνονταν σκλάβοι ώστε να πληρώσουν για τις αμαρτίες τους. Ακόμη και ο συγκριτικά φιλελεύθερος φιλόσοφος Θωμάς Ακινάτης, υποστήριζε ότι η δουλεία είναι ένας «θεϊκός νόμος». Πολύ λίγοι δουλοκτήτορες ελευθέρωσαν τους δούλους τους και κάποιοι επίσκοποι συγκέντρωναν χρήματα για να εξαγοράσουν την ελευθερία άλλων. Και μόνο με την έναρξη των Σταυροφοριών μπορούσαν οι δούλοι να ελευθερωθούν από τους αφέντες τους, ράβοντας έναν σταυρό στα μανίκια τους και πηγαίνοντας στην Ανατολή για την κατάκτηση της Ιερουσαλήμ.



Παρ’ όλους τους διωγμούς εναντίον των χριστιανών στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και παρά τον μικρό αριθμό των πρώιμων χριστιανικών κοινοτήτων στους δύο πρώτους αιώνες, ο χριστιανισμός συνέχισε να κατακτά τον νου των ανθρώπων, πρώτα στη Μ. Ασία και μετά στην Ελλάδα, τη Σικελία, την Ιταλία, και, γενικά, σε όλη τη Δυτική Ευρώπη. Αποτέλεσε μια διαμαρτυρία ενάντια σε κάθε πτυχή της ζωής, στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία εκείνων των καιρών, και εναντίον των ιδανικών αυτής της ζωής, όπου ο πλούτος της άρχουσας τάξης βασιζόταν στην απελπιστική φτώχεια των χωρικών και των αστών προλετάριων και η «κουλτούρα» του ευ πράττειν περιοριζόταν στην ανάπτυξη των ανέσεων και μιας συγκεκριμένης εξωτερικής κομψότητας αγνοώντας παντελώς τις υψηλότερες πνευματικές ανάγκες, νοητικές και ηθικές.


[Σε αυτούς τους καιρούς, ειδικά στη Γερμανία και τη Ρωσία, οι έννοιες «κουλτούρα» και πολιτισμός πολύ συχνά συγχέονται. Ήταν, ωστόσο, ξεκάθαρα διακριτές στη δεκαετία του ’60. Ο όρος «κουλτούρα» χρησιμοποιήθηκε για την ανάπτυξη των εξωτερικών ανέσεων της ζωής: υγιεινή, μέσα επικοινωνίας, οικιακή επίπλωση, κ.ά. Αντίθετα, ο όρος «πολιτισμός», ή διαφώτιση, αναφερόταν στην ανάπτυξη της γνώσης, της σκέψης, της δημιουργικότητας και της πάλης για ένα καλλίτερο κοινωνικό σύστημα].


Αλλά ήδη εκείνο τον καιρό πολλοί ήταν δυσαρεστημένοι με τον εκλεπτυσμό των απολαύσεων των ανώτερων τάξεων, σε συνδυασμό με τον γενικότερο εκφυλισμό. Και έτσι, όχι μόνο οι φτωχοί στους οποίους ο χριστιανισμός είχε υποσχεθεί απελευθέρωση, αλλά και άτομα από τις ελεύθερες και πλούσιες τάξεις έψαχναν στο χριστιανισμό μια πιο πνευματική ζωή.


[…] Υπό αυτές τις συνθήκες ο χριστιανισμός αποκτούσε όλο και μεγαλύτερη επιρροή στο μυαλό των ανθρώπων. Είναι αξιοσημείωτο, ωστόσο, ότι δεν επέφερε ουσιαστική αλλαγή στο γενικό τρόπο ζωής. Και πράγματι, όχι μόνο απέτυχε να ξεκινήσει οποιοδήποτε νέο τρόπο ζωής σε ευρεία κλίμακα αλλά συμβιββάστηκε, όπως και ο παγανισμός νωρίτερα, με τη ρωμαϊκή δουλεία, τη νορμανδική δουλοπαροικία και τις θηριωδίες του ρωμαϊκού ολοκληρωτισμού. Οι χριστιανοί ιερείς σύντομα αποτέλεσαν τους υποστηρικτές των αυτοκρατόρων. Η ανισότητα στην ιδιοκτησία και πολιτική καταστολή παρέμειναν ως είχαν και η νοητική ανάπτυξη της κοινωνίας ήταν αισθητά χαμηλότερη.


Ο χριστιανισμός δεν ανέπτυξε νέες κοινωνικές μορφές και, πράγματι, αναμένοντας ένα επιταχυνόμενο τέλος του κόσμου λίγο τον ενδιέφεραν τέτοιοι μετασχηματισμοί, έτσι που πέρασαν περισσότερα από χίλια χρόνια μέχρι που να αρχίσουν να αναπτύσσονται, από εντελώς διαφορετικές πηγές, νέα συστήματα ζωής σε ευρωπαϊκές πόλεις που αυτοανακηρύχθηκαν ανεξάρτητες, πρώτα κατά μήκος των μεσογειακών ακτών και έπειτα και στην ενδοχώρα. Σε αυτά τα νέα κέντρα ελεύθερης ζωής, που από αυτή την άποψη προσομοίαζαν στις ελεύθερες πόλεις της Αρχαίας Ελλάδας, άρχισαν να αναγεννώνται και οι επιστήμες που είχαν εισέλθει σε ύφεση από τον καιρό της Μακεδονικής και Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.



Τον καιρό των Αποστόλων, οι ακόλουθοι του Χριστού, που ζούσαν αναμένοντας την βραχυπρόθεσμη Δευτέρα Παρουσία, ασχολούνταν κυρίως με τη διάδοση της διδασκαλίας που υποσχόταν στους ανθρώπους τη λύτρωση. Βιάζονταν να διαδώσουν τα «χαρμόσυνα νέα» και, αν χρειαζόταν, θυσιάζονταν ως μάρτυρες.

Αλλά με την έλευση του δεύτερου αιώνα της χριστιανικής περιόδου η χριστιανική «εκκλησία» άρχισε να αναπτύσσεται. Είναι γνωστό πόσο εύκολα οι νέες θρησκείες στην ανατολή διαιρούνται σε πολλά παρακλάδια. Κάθε ένα από αυτά ερμηνεύει την καινή διδασκαλία κατά βούληση και προσκολλάται φανατικά στην ερμηνεία του αυτή. Ο χριστιανισμός βρισκόταν επίσης σε έναν τέτοιο κίνδυνο, κατακερματισμού σε πολλά μέρη, κυρίως επειδή στη Μ. Ασία και στην Αίγυπτο, τόπους στους οποίους εξαπλωνόταν ταχέως, συγκεράστηκε με άλλες θρησκείες: το βουδισμό και τον αρχαίο παγανισμό. Βλέποντας αυτό, οι διδάσκαλοι του χριστιανισμού, από πολύ νωρίς, στόχευσαν- σύμφωνα και με την αρχαία παράδοση - στη δημιουργία μιας εκκλησίας, δηλαδή μια στενά συνδεδεμένη ομάδα δασκάλων που θα διαφύλασσε την καθαρότητα της διδασκαλίας ή, τουλάχιστον, θα την διατηρούσε σε μια ομοιόμορφη κατάσταση.

Ωστόσο, με την ανάπτυξη των εκκλησιών ως φρουρών της διδασκαλίας και των τελετουργικών αυτής, δημιουργήθηκαν, όπως στο βουδισμό, από τη μια μεριά τα μοναστήρια, δηλαδή τα ιδρύματα που στελεχώνονταν από δασκάλους που αποχώρησαν από την κοινωνία, και από την άλλη μια ξεχωριστή, παντοδύναμη κάστα, ο κλήρος, η οποία απεκατέστησε με σταθερά γρήγορο ρυθμό τις σχέσεις της με την επίγεια εξουσία. Φυλάσσοντας ό,τι θεωρούσε καθαρότητα της πίστης και καταδιώκοντας αυτό που έβλεπε ως διαστροφή και εγκληματική αίρεση, η εκκλησία σύντομα έφτασε στα όρια της σκληρότητας κυνηγώντας τους «αποστάτες». Και προς χάριν της επιτυχίας σε αυτή τη μάχη πρώτα ζήτησε και μετά απαίτησε υποστήριξη από τις επίγειες εξουσίες που σε αντάλλαγμα απαίτησαν με τη σειρά τους από την εκκλησία μια καλοπροαίρετη στάση απέναντί τους και την υποστήριξη της θρησκείας στην τυραννική τους επιβολή πάνω στους ανθρώπους.

Έτσι, η θεμελιώδης σκέψη της χριστιανικής διδασκαλίας, η απλότητά της, το «πνεύμα σωφροσύνης και ταπεινοφροσύνης» ξεχάστηκε. Το κίνημα που ξεκίνησε σαν διαμαρτυρία ενάντια στις θηριωδίες της εξουσίας τώρα μετατράπηκε σε εργαλείο της εξουσίας αυτής. Η ευλογία της εκκλησίας όχι μόνο συγχωρούσε τα εγκλήματα των εξουσιαστών αλλά και παρουσίαζε τα εγκλήματα αυτά ως την πραγμάτωση της βούλησης του Θεού. 
 
 
Ωστόσο στο μεταξύ, το φεουδαρχικό σύστημα, με τη δουλοπαροικία του, το οποίο εγκαθιδρύθηκε στην Ευρώπη μετά τη διάσπαση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, άρχισε να αποσυντίθεται, ειδικά από την εποχή των σταυροφοριών και έπειτα από μια σειρά σημαντικών εξεγέρσεων σε χωριά και πόλεις.

[Οι σταυροφορίες προκάλεσαν μαζικές μετακινήσεις του πληθυσμού. Ένας δουλοπάροικος μπορούσε να απελευθερωθεί εάν έραβε ένα σταυρό στο μανίκι του και ακολουθούσε τους σταυροφόρους].

Εξαιτίας της διάδρασης με την Ανατολή και της αυξανόμενης εμπορικής δραστηριότητας στη στεριά και τη θάλασσα, δημιουργήθηκαν, σταδιακά, στην Ευρώπη πόλεις στις οποίες, μαζί με την ανάπτυξη του εμπορίου, της βιοτεχνίας και των τεχνών αναπτύχθηκε και το πνεύμα της ελευθερίας. Από τον δέκατο αιώνα οι πόλεις αυτές ξεκίνησαν να καταλύουν τη δύναμη των κοσμικών εξουσιαστών και των επισκόπων. Τέτοιες εξεγέρσεις εξαπλώθηκαν ταχύτατα, με τους κατοίκους των εξεγερμένων πόλεων να σχεδιάζουν μόνοι τους τις «χάρτες» και τις «διατάξεις» των δικαιωμάτων τους. Έπειτα, είτε ανάγκαζαν τους εξουσιαστές να αναγνωρίσουν και να υπογράψουν αυτές τις χάρτες είτε τους απέπεμπαν από την πόλη δίνοντας όρκο για τήρηση αυτών των νέων διατάξεων ελευθερίας στην καθημερινότητά τους.



Πρώτα από όλα αρνούνταν να αναγνωρίσουν τα δικαστήρια τα δικαστήρια επισκόπων και πριγκίπων, εκλέγοντας τους δικούς τους δικαστές. Δημιουργούσαν τη δική τους πολιτοφυλακή για την υπεράσπιση της πόλης, ορίζοντας οι ίδιοι τον διοικητή της, και, τέλος, προσχωρούσαν σε συμμαχίες και ομοσπονδίες με άλλες ελεύθερες πόλεις.

Επίσης πολλές πόλεις απελευθέρωσαν τους χωρικούς γειτονικών περιοχών από το ζυγό των κοσμικών και εκκλησιαστικών εξουσιαστών στέλνοντας, προς βοήθεια των χωριών, την πολιτοφυλακή τους. Η Γένοβα, για παράδειγμα, έδρασε κατ’ αυτόν τον τρόπο από τον δέκατο, κιόλας, αιώνα.

Σταδιακά η απελευθέρωση των πόλεων και η δημιουργία ελεύθερων κοινοτήτων εξαπλώθηκαν σε όλη την Ευρώπη: πρώτα στην Ιταλία και την Ισπανία, ύστερα στη Γαλλία τον δωδέκατο αιώνα, στην Ολλανδία και την Αγγλία και, τέλος, σε όλη την κεντρική Ευρώπη φτάνοντας ως τη Βοημία, την Πολωνία, ακόμα και την βορειοδυτική Ρωσία όπου το Νόβγκοροτ και το Πσκοβ, με τις αποικίες τους στη Βιάτκα, τη Βολόγδα κ.τ.λ., υπήρχαν ως ελεύθερες δημοκρατίες για μια περίοδο μερικών αιώνων. Με αυτόν τον τρόπο οι ελεύθερες πόλεις αναβίωναν το ελεύθερο πολιτικό σύστημα, χάρη στο οποίο, δεκαπέντε αιώνες νωρίτερα, ένας διαφωτισμός είχε ανθίσει τόσο θαυμαστά στην Αρχαία Ελλάδα. Η ίδια κατάσταση επαναλαμβανόταν τώρα στις ελεύθερες πόλεις της δυτικής και κεντρικής Ευρώπης.

[Υπάρχει μια πληθώρα εξαιρετικών πραγματειών που καλύπτει αυτή την περίοδο της ιστορίας αλλά έχουν όλες καταδικαστεί στη σιωπή από τα κρατικά σχολεία και πανεπιστήμιά μας. Ο αναγνώστης θα βρει μια λίστα στο βιβλίο μου Αλληλοβοήθεια, όπου παρατίθεται, επίσης, μια σύντομη σκιαγράφηση της ζωής στις ελεύθερες μεσαιωνικές πόλεις].

Ταυτόχρονα με τη γένεση αυτής της νέας, ελεύθερης ζωής, ξεκίνησε επίσης και η αναγέννηση της γνώσης, των τεχνών και της ελευθερίας της σκέψης, μια εποχή που έχει περάσει στην ιστορία με την ονομασία «Αναγέννηση».


*μετάφραση από το Peter Kropotkin, Ethics, Origin and Development, Thoemmes Press, 1993
 
 

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου